πλατυποδία

Παθολογική κατάσταση του ποδιού. Bλ. λ. πόδι.
* * *
η, Ν
1. η ιδιότητα τού πλατύποδα
2. ιατρ. συγγενής ή επίκτητη επιπέδωση τής επιμήκους ποδικής καμάρας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. platypodia (< πλατυ-* + -ποδία < πούς, ποδός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πλατυποδία — η η έλλειψη καμάρας στο πέλμα του ανθρώπου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παχυσαρκία — (Ιατρ.). Παθολογική αύξηση του βάρους του σώματος, που οφείλεται σε υπερβολική συσσώρευση λίπους στον οργανισμό. Παρατηρείται γενικά μεταξύ των 40 και 50 ετών, αλλά καμιά φορά και από την παιδική ηλικία: (είναι συχνότερη στις γυναίκες και συχνά… …   Dictionary of Greek

  • πλατυπόδαρος — η, ο, Ν 1. αυτός που έχει πλατιά πόδια, πλατύποδας 2. αυτός που πάσχει από πλατυποδία. [ΕΤΥΜΟΛ. < πλατυ * + ποδάρα] …   Dictionary of Greek

  • πλατύ- — ΝΜΑ α συνθετικό λέξεων, κατά κύριο λόγο επιθέτων, ὁλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που ανάγεται στο επίθ. πλατύς με σημ. «φαρδύς, ευρύς, παχύς, πληθωρικός, μεγάλος, άνετος». Στο επίθ. πλατύς ανάγονται και ορισμένοι ξεν. επιστημονικοί όροι που… …   Dictionary of Greek

  • πλατύπους — (platypus). Γένος κυλινδρικών κολεόπτερων, της οικογένειας των Πλατυποδιδών. Έχουν πλατύ μέτωπο και ζουν μέσα στα ξύλα διάφορων δέντρων. Το κυριότερο είδος είναι οπ. ο κυλινδρικός, που ζει στις βελανιδιές της Ευρώπης. * * * ουν / πλατύπους, ουν… …   Dictionary of Greek

  • πόδι — Στον άνθρωπο, είναι το κατώτερο μέρος του κάτω άκρου το οποίο αποτελείται από ένα σκελετό 26 οστών, που ενώνονται μεταξύ τους με μια σειρά αρθρώσεων, από τις οποίες οι σπουδαιότερες από λειτουργική άποψη είναι η αστραγαλοπτερνική άρθρωση, μεταξύ… …   Dictionary of Greek

  • ταρσαλγία — η, Ν ιατρ. πόνος στον ταρσό τού ποδιού, που συνήθως οφείλεται σε παρατεταμένη ορθοστασία ή σε πλατυποδία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ταρσός + αλγία*] …   Dictionary of Greek

  • ταρσόπτωση — και ταρσοπτωσία, η, Ν ιατρ. η εξάλειψη τής καμάρας τού ποδιού, αλλ. πλατυποδία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. tarsoptose (< ταρσός + πτώση)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.